ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Η Πεντηκοστή είναι μια γιορτή αφιερωμένη στους νεκρούς. Σύμφωνα με τη σύγχρονη λαϊκή θρησκευτική παράδοση οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Η Πεντηκοστή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Το Σάββατο παραμονή της Πεντηκοστής, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το δεύτερο από τα δυο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο είναι το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Αποκριάς). Επειδή πολλοί πέθαιναν στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή σκοτώνονταν σε πολέμους και άλλοι λόγω φτώχειας, δεν μπόρεσαν να έχουν τα καθιερωμένα μνημόσυνα, η Εκκλησία καθιέρωσε τα ψυχοσάββατα, όπου μνημονεύονται όλοι οι πεθαμένοι.
Την ώρα του γονατίσματος στον εσπερινό της Πεντηκοστής οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο. Οι ζωντανοί γονατίζουν και προσεύχονται για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες των ψυχών και κλείνουν τα μάτια τους, για να μην τις δουν λυπημένες, όπως γυρίζουν στον Άδη. Μάλιστα γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς, που είναι πικρά και συμβολίζουν την πικρία που αισθάνονται οι ψυχές των νεκρών τη μέρα αυτή.

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα του Κυρίου δεηθώμεν», ακουγόταν η φωνή του ιερέα της «Ευαγγελίστριας» και ολόκληρο το εκκλησίασμα γονάτιζε για να ακούσει τις ωραίες ευχές. Κατάμεστη η εκκλησία, όλο το Παλαιοχώρι ήταν εκεί την Κυριακή της Πεντηκοστής. Στο χωριό ήξεραν τα «Γόνατα», η Πεντηκοστή ήταν καθαρευουσιάνικη λέξη. Την προηγούμενη μέρα οι γυναίκες έφτιαχναν κόλλυβα και πρόσφορα και οι άνδρες «μαδούσαν» τις καρυδιές. Αυτή που ήταν μπροστά στο σπίτι μας η καρυδιά «τ’ Ψανιού» έμοιαζε σαν να είχαν πέσει πάνω της ακρίδες. Βλέπεις ήταν η μοναδική μέσα στο χωριό. Αλλά και οι άλλες στο Βαλανιά, στις «Αμούρες», στο Κόπρισμα, στο Μύλο αποψιλώνονταν. Έπρεπε να γονατίσουν στην εκκλησία πάνω στα φύλλα της καρυδιάς, που μοσχομύριζαν άνοιξη. Σύμφωνα με το έθιμο τα φύλλα της καρυδιάς είναι πικρά και έχουν μαγικές δυνάμεις. Απομακρύνουν τους δράκους και τις «ανιρούσις» και γι’ αυτό την Κυριακή της Πεντηκοστής τα κορίτσια και κυρίως οι νύφες έπρεπε να έχουν φύλλα καρυδιάς.
Τα αγιασμένα φύλλα φυλάγονταν στο εικονοστάσι και μαζί με τα λουλούδια του Επιταφίου, αποτελούσαν το θυμίαμα που θεράπευε «πάσαν νόσον και πάσαν βασκανίαν» ανθρώπων, αλλά και τα «καρακούσια» των ζώων.
Όσοι δεν κατόρθωναν να έχουν φύλλα καρυδιάς γονάτιζαν πάνω σε μαντήλια. Υπήρχαν βέβαια και οι χαϊδεμένες «αρχόκ’σις» που είχαν και ποικιλοκέντητα μαξιλαράκια, που κουβαλούσαν επιδεικτικά στην εκκλησία!!
Αθάνατο Παλαιοχώρι πάντοτε πρωτοτυπούσες!!!

Προς τιμή του Αγίου Πνεύματος και της Αγίας Τριάδος, έχει ανεγερθεί πρόσφατα στο Ραχίδι ξωκλήσι, όπου γίνεται ωραίο πανηγύρι.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Advertisements

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓ. ΧΡΥΣΑΦΗΣ (ΞΙΜΠΑΜΠΟΥΛΑ)
Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, το Παλαιοχώρι δεν ήταν γερμανοκρατούμενο. Δεν έχουν καταγραφεί παρουσία και συμπλοκές με Γερμανούς στη γύρω περιοχή. Σ’ αυτό συνέβαλε η έλλειψη αμαξιτού δρόμου, που να συνέδεε το Πλωμάρι με τα χωριά της επαρχίας (ο δρόμος από την Άμαξο έγινε το 1947). Η επικοινωνία γινόταν με τα υποζύγια μέσω Μελίντας και του σημερινού παραλιακού δρόμου, που τότε ήταν ένα στενό μονοπάτι, ή μέχρι τη Μελίντα και από εκεί με «γκαζολίνες». Οι Παλιοχωριανοί δεν είχαν παραδώσει τα όπλα που κατείχαν, αλλά κάποια παλιά άχρηστα και οι Γερμανοί απέφευγαν να επισκεφθούν το χωριό, γιατί φοβούνταν μήπως τους έχουν στήσει ενέδρα στη δύσβατη διαδρομή. Ήλεγχαν όμως με «καταδιώξεις» (περιπολικά) όλες τις θαλάσσιες διαδρομές. Γι’ αυτό το χωριό το επισκέπτονταν με πολυπληθή αποσπάσματα, που αποβίβαζαν στη Μελίντα, μόνο αν συνέβαινε κάποιο σπουδαίο γεγονός και για να πάρουν το «κεφαλικό φόρο» (το λάδι), το οποίο όμως οι Παλιοχωριανοί το έκρυβαν και παρέδιναν μόνο μικρές ποσότητες, μολονότι, σύμφωνα με τις διηγήσεις, όλες τις χρονιές της Κατοχής, είχε πολύ «μαξούλι». Έτσι αντάλλασσαν κρυφά το λάδι με τους Καλλονιάτες και Πολιχνιάτες που είχαν σιτάρια, γι’ αυτό γλίτωσαν από την πείνα. Αναφέρεται μόνο ένα θάνατος από πείνα στο χωριό.
Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ» ο αείμνηστος συγχωριανός μας Γιάννης Μαυραγάνης: «μια άλλη διαταγή έλεγε ότι οι παραγωγοί είναι υποχρεωμένοι να παραδίνουν το λάδι τους στους Γερμανούς με αντάλλαγμα μια ασήμαντη τιμή σε κατοχικά μάρκα, που μέχρι να τα πάρεις ο πληθωρισμός τα εξευ¬τέλιζε και δεν μπορούσες με μια οκά λάδι να πιεις ένα καφέ. Για να είναι μάλιστα σίγουροι, οι Γερμανοί απαγόρευαν χωρίς την άδειά τους και την εξαγωγή του λαδιού αλλά και την εισαγωγή τροφίμων. Και όμως οι παρα¬γωγοί έδιναν σκληρή μάχη για τη σοδιά τους και κέρδιζαν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους. Αρκετοί, αψηφώντας τον κίνδυνο, έσπαγαν τον αποκλεισμό και πήγαιναν στη Χαλκιδική, ακόμα και με βάρκες, και έ¬φερναν τρόφιμα. Μερικοί που πιάστηκαν φυλακίστηκαν γι’ αυτή τους την τόλμη. Ένας απ’ αυτούς που φυλακίστηκαν είναι ο Μελανδινός Βουνάτσος, ένας άλλος ο Δημητρός Χρυσάφης-Ξιμπαμπλέλι- που πιάστηκε στα Βατερά Άγιο Φωκά μεταφέρθηκε στη Μυτιλήνη και βασανίσθηκε απάνθρωπα. Από τα βασανιστήρια έχασε από το ένα αυτί την ακουή του».
Ήταν Αύγουστος του 1942 και ο πατέρας μου «Δημητρός Παναγ. Χρυσάφης- Ξιμπαμπλέλ’» σε ηλικία 34 ετών είχε τρία παιδιά, τη Μυρσίνα 4 ετών, τον Παναγιώτη 3 ετών και τη Ρηνούλα 6 μηνών. Τα παιδιά έπρεπε να φάνε τουλάχιστον λίγο ψωμί για να επιζήσουν. Εκείνο τον Αύγουστο του 1942 φόρτωσε το μουλάρι και νύχτα με προφυλάξεις, πήγε πίσω από το ακρωτήρι του Αγίου Φωκά, στα Βατερά να ανταλλάξει τα τουλούμια το λάδι με λίγες οκάδες σιτάρι.
Για κακή του τύχη έγινε αντιληπτός από την «καταδίωξη», που περιπολούσε με προβολέα, συνελήφθη, μεταφέρθηκε στη Μυτιλήνη, ξυλοκοπήθηκε άγρια, με αποτέλεσμα να χάσει την ακοή του από το δεξί αυτί και να υποστεί βλάβη στο δεξί μάτι, του οποίου τα βλέφαρα ανοιγόκλειναν με γρήγορο ρυθμό ακούσια. Η απόφαση του στρατοδικείου για εκτέλεση βγήκε την επόμενη μέρα. Του επιτράπηκε να τον επισκεφθεί η σύζυγος και τα παιδιά του.
Η μητέρα μου Μαρία το απόγευμα της μέρας που έφτασε το κακό μαντάτο στο χωριό, πήρε στην αγκαλιά και στην πλάτη τα τρία παιδιά και με τα πόδια έφτασε νύχτα στο Πλωμάρι, όπου φιλοξενήθηκε σε φιλικό σπίτι. Την επομένη, ημέρα της εκτέλεσης του συζύγου της με φορτηγό «καρνάβαλο» (δεν υπήρχαν ακόμα λεωφορεία) πήγε στη Μυτιλήνη και παρουσιάστηκε στο Φρουραρχείο κλαίγοντας. Ο Γερμανός Διοικητής βλέποντας τα δύο νήπια και το βρέφος, αφού βεβαιώθηκε από μάρτυρες, ότι ήταν πράγματι παιδιά του πατέρα μου, λύγισε και του απένειμε χάρη.
Μέχρι το τέλος του 1995 ο πατέρας μου αρνούνταν πεισματικά να βάλει ακουστικό από το δεξί αυτί, γιατί του έλεγε ο φίλος του «η Πασπαλάς» ότι σφυρίζει και τον ενοχλεί. Στην Αθήνα, όπου περνούσε το χειμώνα, αρχές Απριλίου του 1996, πριν φύγει για Πάσχα στο χωριό, σε ηλικία 87 ετών, μου ζήτησε ξαφνικά να βάλει ακουστικό. Η συνταγή δεν πρόλαβε να εκτελεστεί. Πέθανε την Κυριακή των Βαΐων του 1996.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης
Φωτογραφία 1948

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Τι είναι πάλι τούτο; Ηλιοβασίλεμα από τη θέση «Απεθαμένες», με θέα Μελίντα και Κλιμάκι.
Φωτογραφία Παρασκευής Μωραΐτου 02-05-2018.
Μας πέθανες!!!
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ

Η Πρωτομαγιά ήταν μια ξεχωριστή μέρα για το χωριό μας και είχε δικά της έθιμα. Την παραμονή οι νοικοκυρές έβαζαν το παξιμάδι, που είχαν φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη, σε βάζο με κρασί και ζάχαρη. Σε ένα πιάτο έβαζαν τρυφερά βλαστάρια από κλήμα και λουκούμια. Όλα μαζί τα έβγαζαν στις «αστρατσιές» για να τα δουν τα άστρα. Η δοξασία ήταν «ότι τρώμε το λουκούμι, για να είναι γλυκός ο λόγος μας, το βλαστό, για να περνά ο λόγος μας σε όλες τις υποθέσεις, ιδιαίτερα στις προξενιές και το κρασί με το παξιμάδι, ως σώμα και αίμα Χριστού, για προφύλαξη από τις αρρώστιες». Περιμέναμε πώς και πώς να γλυκοχαράξει για να φάμε πρώτα το ξινό βλαστάρι, μετά το παξιμάδι που είχε γίνει «παπάρα» στο γλυκό κρασί και στο τέλος το λουκούμι. Όλα έπρεπε να γίνουν πριν «γκαρίξει» ο γάιδαρος, γιατί αν προλάβαινε, τότε όλες οι «γητειές» πήγαιναν χαμένες.

Από την παραμονή ή και ανήμερα πηγαίναμε στα βουνά για να φτιάξουμε το στεφάνι. Ο στρογγυλός σκελετός αποτελούνταν από ανθισμένες «ασπαρκιές», δεντρολίβανο, «αφατσιές» ή «καπτούρες» και πάνω κεντούσαμε αγριολούλουδα, συνήθως «απιράθις, κλώσσις και μιλόχις». Το στεφάνι το κρέμαγαν στην κάσα της πόρτας ή δίπλα πάνω στον τοίχο ή στο μπαλκόνι και παρέμενε εκεί μέχρι τις 23 Ιουνίου παραμονή του Αη-Γιάννη του «Λιτρουπιού», οπότε αποτελούσε το προσάναμα στις φωτιές του Αγ’στρου-Μπουγιάγ’στρου.

Παλιά στα σπίτια που είχαν ξενιτεμένο κρέμαγαν αντί για στεφάνι κλαρί από αγριοσυκιά «ουρνό», που υποδήλωνε τον καημό και την πίκρα της ξενιτιάς, αντί της χαράς του στεφανιού.

Στους καραβοκύρηδες οι ευχές το Μάιο για καλό ταξίδι και οι συμβουλές να προσέχουν περισσότερο ήταν ολόψυχες και επίμονες, γιατί είχαν κατά νου την παροιμία, «του καραβοκύρη η γυναίκα το Μάη μήνα χήρεψε».

Τα χρόνια εκείνα το ξεγέλασμα των Παλιοχωριανών με ψέματα γινόταν την Πρωτομαγιά και όχι την Πρωταπριλιά. Επίσης δεν έλειπαν, όπως και σήμερα, τα πονηρά πειράγματα και τα υπονοούμενα μεταξύ ανδρών και γυναικών, αν «έπιασαν το Μάη» και αν θέλουν να πιάσουν το «μαγιόξυλο».

Πάντως την παροιμία της αναβλητικότητας την έλεγαν σωστά στο χωριό. «Ζήσι Μάη, να φας τριφύλλ’» και όχι όπως οι «μορφωμένοι», που την παραμόρφωσαν σήμερα σε «ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Τρώει τριφύλλι ο Μάης;

Καλό Μήνα, Καλή Πρωτομαγιά.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Στο Παλαιοχώρι και κυρίως στα αμπέλια στο Ραχίδι τέτοια εποχή και λίγο πριν, το «πολυμηχάνημα» είχε την τιμητική του. Ούτε εξαντλητικές δίαιτες, ούτε στερήσεις. Άνοιγε την όρεξη, τρώγαμε τον «περίδρομο» και μέναμε «στυλάκια». Ι.Δ.Χ.

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου

Τ’ ΑΓΙΟΥ ΓΙΟΥΡΓΙΟΥ
Χρόνια πολλά στις Γεωργίες και στα Γιουργέλια.

Κοντά στο Παλαιοχώρι υπάρχουν δυο ξωκλήσια αφιερωμένα στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου, ένα στα «Λουβιάρκα» και το άλλο στη Γαρνάβα.
Τα παλιά χρόνια ο παπάς του χωριού μας λειτουργούσε τη μέρα της γιορτής στα «Λουβιάρκα». Στη Γαρνάβα λειτουργούσε άλλη μέρα. Μετέπειτα θεωρήθηκαν τα «Λουβιάρκα» περιοχή Πλωμαρίου ή Μεγαλοχωρίου και έκτοτε πηγαίνει ιερέας από τα χωριά αυτά και ο ιερέας του Παλαιοχωρίου λειτουργεί στη Γαρνάβα.

Το μεγάλο πανηγύρι τα παλιά χρόνια γινόταν στα «Λουβιάρκα», όπου η μορφολογία του εδάφους και το φυσικό περιβάλλον βοηθούσε στην οργάνωση και πραγματοποίηση εορταστικών εκδηλώσεων. Δυο και, πολλές φορές, τρεις Παλιοχωριανοί καφετζήδες «έστηναν» καφενεία σε κάποιο επίπεδο σημείο της περιοχής, κοντά στο ξωκλήσι και «αγκαζάριζαν» και μια μουσική κομπανία το κάθε καφενείο. Μετά τα πρωινά καφεδάκια, επακολουθούσε ευχάριστο ξεφάντωμα με χορούς και τραγούδια.
Η συμμετοχή από «παναγυριώτες» ήταν πολλή μεγάλη από όλα τα χωριά της επαρχίας Πλωμαρίου. Επειδή δεν υπήρχαν Ι.Χ. ή αγροτικά αυτοκίνητα, η μετάβαση και επιστροφή γίνονταν με τον πατροπαράδοτο τρόπο των υποζυγίων, τα οποία οι προσκυνητές στόλιζαν με πολύχρωμα «χραμέλια» και κρεμούσαν επίσης πολύχρωμα «τρουβαδέλια», στα οποία θα έβαζαν τα «παναγυριώκ’κα» ψώνια. Γιατί υπήρχαν και οι μικροπωλητές. Η «Γληγόρα» από το Παλαιοχώρι οπωσδήποτε, ο Αποστόλης ο Γανώσης, νομίζω, καμιά φορά και δυο-τρεις άλλοι από άλλα χωριά, πουλούσαν «χαλβά» με μια μεγάλη πίττα με τα μικροσκοπικά πολύχρωμα ζαχαρωτά, που μαλώναμε ποιος θα τη φάει, «παγιαβλέλια», «γαργαλέτα», «νιρουπίστουλα» και ότι άλλη «πλαστικούρα» κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή.

Η ανθισμένη φύση με κάθε λογής και χρώματος λουλούδια, η κατανυκτική αναστάσιμη λειτουργία, τα πολύχρωμα «χραμέλια» και «τρουβαδέλια», οι χαρούμενες φωνές των παιδιών, οι δυο-τρεις μουσικές, οι φωνές των μικροπωλητών, οι παιχνιδιάρικες φωνές των «κουπιλ’διών» και «κουπιλαριών», ερωτευμένων και μη, που χαριεντιζόντουσαν στις κούνιες δημιουργούσαν μια φανταστική πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα. Η γιορτή αυτή ήτανε μια από τις πιο όμορφες γιορτές του χωριού μας, γιατί τις περισσότερες φορές γιορταζόταν τη Λαμπροδευτέρα και ήταν αργία και διακοπές των σχολείων.

Τα «κουπιλούδια» και τα «κουπιλάρια» πριν να πάνε στα καφενεία έπαιζαν στις αυτοσχέδιες κούνιες που έφτιαχναν με σχοινιά, που κρεμούσαν από ψηλά πεύκα. Επίσης έπαιζαν «μπιζ» και «του ψ’το τ’ αρνί», παιχνίδια που έδιναν την ευκαιρία για τα «πονηρά τσιμπηματάκια». Μετά πήγαιναν στα καφενεία με τους μεγάλους και χόρευαν μέχρι που νύχτωνε.

Τα παιδιά όργωναν τη γύρω περιοχή για να ανακαλύψουν μέσα στους δίχρωμους «ακσίστις» τα «ακστουβούζια», για να απολαύσουν το υπέροχο νέκταρ τους. (Πού θυμήθηκα τώρα «τ’ ακστουβούζια»).

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν θα θυμίσουν σε όλους μας «πανηγυριώτις», «τσ’ ακσίστις, τ’ ακστουβούζια τσι τσ’ κούνις». (Οι κούνιες από Πλωμαρίτη Άγιο Γιώργη).

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".