ΓΑΡΝΑΒΟΔΡΟΜΙΕΣ

ΓΑΡΝΑΒΟΔΡΟΜΙΕΣ 1990;

Δρομείς: Παντελής Παν. Κουτσουραδής, Στάθης Ιωάν. Κουτλής.

Θεατές: 
Αριστερή πλευρά: Δημήτρης Κων. Χρυσάφης (Κουστό +), Γιάννης Βασ. Ξυπτεράς (+), Κώστας Δημ. Χρυσάφης, Γιάννης Παντ. Σκυβαλάκης, Γρηγόρης Ευστρ. Κουτλής (+), Μάιστρος Παν. Καραμπάσης (+), Γιάννης Αχειλαράς (+), μέσα στο καφενείο Ευστράτιος Απ. Χατζηαναγνώστου (Καρές +), Παντελής Ευσταθ. Κουτσουραδής.

Δεξιά πλευρά: Αντώνης Στεριανός (+), Γεώργιος Ιωάν. Κουτλής (Χαμούσα +).

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΕΣ ΣΤΟ ΡΑΧΙΔΙ

1963. Οι παραθεριστές έχουν μετακομίσει από τη μεγαλούπολη, το Παλαιοχώρι, στο εξωτικό Ραχίδι. Η φωτογραφία έξω από την πολυτελή έπαυλη (με τοίχους από «παραθέλις» και οροφή από τσίγγο και μόνωση από «πιφκατσίγινα»), της Μυρσίνας Ιωάν. (τσ’λέλ’) Καλδέλη (Μυρινάκ’).

Καθιστές: Η ιδιοκτήτρια της έπαυλης Μυρινάκ’ και η μητέρα μου Μαρία Δημ. Χρυσάφη-Καλδέλη (Μαρέλ’), συνιδιοκτήτρια παρακείμενου «νταμιού».

‘Ορθιες: Ρίτσα Ιωάν. Πουρναροπούλου-Καλδέλη, αδελφή της «Μυρινακ’ς» πρωτευουσιάνα τουρίστρια εξ Αθηνών. Παρούλα Γεωργ. Καλδέλη, ανηψιά της «Μυρινακ’ς». Περσεφόνη Παν. Καραμπέτσου-Μαυροθαλασσίτη, συνιδιοκτήτρια γειτονικής έπαυλης. Η «διοπτροφόρος» νομίζω Άσπα θυγατέρα του Μανώλη Ζάκα εκ Μυτιλήνης, ο οποίος είχε σύζυγο τη (Χαρίκλεια – Χαριστού;;), αδελφή της Μηλιάς Ιωάν. Λούπου.

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Γι’ Άγιου-Λιας

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ
«Ο ένσαρκος άγγελος των προφητών η κρηπίς»
(Ο άγγελος με σάρκα, το θεμέλιο των προφητών).
Μιάμιση ώρα δρόμος από το Παλαιοχώρι, μισή ώρα από το Ραχίδι, όπου έμεναν περίπου 80 οικογένειες. Ζέστη ξεζέστη, νηνεμία ή άγριο μελτέμι όλο το χωριό ήταν στην κορυφή. Ήθελε να προσκυνήσει το μεγάλο Προφήτη και Άγιο. Ήταν «πασίμαδη» μέρα. Μεγάλο πανηγύρι. 20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία. «Τ’ Αγιού-Λια». Η μετάβαση γινόταν με τα πόδια ή με τα ζώα. Σήμερα ο αγροτικός αυτοκινητόδρομος έχει φθάσει έξω από το ξωκλήσι. Όλοι είμαστε εκεί. Μόνο η θέα από την κορυφή σε αποζημίωνε. Ολόκληρη η Λέσβος, η Χίος, τα Ψαρά και οι μικρασιατικές ακτές μπροστά στα μάτια σου. Μόνο από τον Προφήτη Ηλία μπορούσες να απολαύσεις το θέαμα αυτό.
Μετά τη θεία λειτουργία ο κόσμος μοιράζονταν στις δύο ή και τρεις μουσικές. Στου Βαλανιά τη βρύση και στο Ραχίδι στα καφενεία του Μανώλη Παντελέλη (τσ’ Μύτας) και στου Παντελή Βαμβαδέλη (τσ’ Πατσούχας). Το γλέντι κρατούσε μέχρι που «σμουχρίαζι», αλλά και μετά στα καφενεία στο Ραχίδι με τα «λουξ» του πετρελαίου. Όσοι έπρεπε να πάνε στο χωριό «κουτρουβαλούσαν» στην κατηφόρα και οι «παραθεριστές» πήγαιναν στα «ντάμια» άλλοι «αρκούδια» και άλλοι με «μπουρτσέλες» από το πολύ ρακί που είχαν πιει, από το καταμεσήμερο με τη ζέστη, και τους είχε χτυπήσει κατακέφαλα, μέχρι αργά τη νύχτα.
Και να μην το ξεχάσω, ο Προφήτης Ηλίας, «γι’ Άγιου-Λιας», κατείχε ξεχωριστή θέση στη ψυχή των Παλιοχωριανών, γι’ αυτό τον τιμούσαμε ιδιαίτερα και τον θέλαμε συγχωριανό μας. Έτσι λέγανε, ότι ο Προφήτης από τις πολλές αμαρτίες των ανθρώπων του Ισραήλ έφυγε και ταξίδεψε μέχρι τη Σμύρνη. Και εκεί όμως τους ανθρώπους τους είχε κυριεύσει ο σατανάς. Απελπισμένος για τις αμαρτίες των ανθρώπων μπήκε σε βάρκα, χωρίς να ξέρει πού θα πάει. Μόλις βγήκε από τον κόλπο της Σμύρνης τα ρεύματα τον έφεραν στη Μελίντα. Ήταν νύχτα και έκανε τη σκέψη: «Θέλω να πάω σε ένα μέρος, που ο κόσμος να είναι αγνός και εκεί να ασκητεύσω. Πώς όμως θα καταλάβω ότι οι άνθρωποι είναι αγνοί;» Του ήρθε τότε θεία έμπνευση. «Να, είπε, θα πάρω το κουπί της βάρκας και αν συναντήσω άνθρωπο, που δεν θα ξέρει τι είναι, εκεί θα μείνω». Πήρε τον ανήφορο και ο δρόμος από Γαρνάβα και «Τζι-μανώλ’» τον έβγαλε κάτω από την κορφή, όπου ένας Παλιοχωριανός βοσκός είχε στάνη. Τον ρώτησε τότε ο προφήτης τι ήταν αυτό το ξύλο που κρατούσε, δείχνοντας το κουπί. Και ο βοσκός αθώα, χωρίς δισταγμό, αλλά με βεβαιότητα του απάντησε ότι ήταν «τραχαν’σκήρα» (ξύλο που ανακατεύουν το «τραχανόγαλο» με την «κουρκούτη» για να γίνει ο τραχανάς). Ανακουφισμένος ο προφήτης ανέβηκε στην κορυφή, έφτιαξε μια «καρτσιλή» και έμεινε μέχρι τη μετάβασή του στους ουρανούς, με το πυρφόρο άρμα. Προς τιμή του οι Παλιοχωριανοί έχτισαν στη θέση της «καρτσιλής» το σημερινό ξωκλήσι!
Όσοι πιστοί προσέλθετε!!!

Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες!

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

ΟΙ ΚΑΡΒ’ΝΑΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΡΒ’ΝΕΜΠΟΡΟΙ
Τα παλιά χρόνια τα κάρβουνα αποτελούσαν την πιο πολύτιμη καύσιμη ύλη, χειμώνα καλοκαίρι, τόσο στα χωριά, όσο και στις πόλεις. Γι’ αυτό υπήρχε πολύ μεγάλη κατανάλωση, για θέρμανση (μαγκάλια), για σιδέρωμα, για μαγείρεμα και ψήσιμο κάστανων στη φουφού, για ψησταριές, για ψήσιμο καφέ και τσάι στα καφενεία, για ζέσταμα του σαλεπιού, κλπ.
Έτσι γνώρισαν στο Παλαιοχώρι μεγάλη άνθιση τα επαγγέλματα των καρβουνιάρηδων (καρβ’ναροί) και των καρβουνεμπόρων(καρβ’νέμποροι).
Το επάγγελμα του καρβουνιάρηδες ήταν εποχιακό. Έστηναν καμίνια κυρίως το καλοκαίρι. Για να στήσουν το καμίνι διάλεγαν ένα μέρος που προστατευόταν από τον άνεμο. Εκεί έφτιαχναν μια «καρτσιλή» , όπου θα διανυκτέρευαν.Τα καλύτερα ξύλα για κάρβουνα ήταν οι «πρίνοι» και τα «δέντρα» (αγριοβαλανιδιές). Οι «καρβ΄ναροί» έστηναν τα ξύλα όρθια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, έτσι που να σχηματίζουν ένα λοφάκι. Από μέσα έβαζαν τα χονδρά και από έξω τα λεπτά. Στο κέντρο του σωρού έβαζαν τα προσανάμματα και άφηναν μια τρύπα με διάμετρο 50 εκατοστά. Σκέπαζαν τον σωρό με «πιφκατσίγινα» και πάνω έριχναν μαλακό χώμα. Στη βάση έβαζαν πέτρες για να συγκρατείται το χώμα και άφηναν αγωγούς, για να βγαίνει ο καπνός και να μπαίνει μέσα όσος αέρας ήταν απαραίτητος. Ακολουθούσε το άναμμα του καμινιού, ρίχνοντας στην τρύπα του σωρού δαδί. Το καμίνι έκαιγε περίπου 5-10 μέρες ανάλογα με το μέγεθός του και ήθελε συνεχή παρακολούθηση, ακόμα και τη νύχτα, γι’ αυτό οι «καρβ’ναροί» έκαναν βάρδιες, για να μην ανοίξει το καμίνι και γίνουν «αχλιά» τα κάρβουνα ή να μην σβήσει η φωτιά και μείνουν τα ξύλα άκαυτα (απόκαυτροι) και για να μην προκληθεί κανένα «γιακίν’». Όσο τα ξύλα γίνονταν κάρβουνα, ο λοφίσκος χαμήλωνε και δεν έβγαινε ο πυκνός καπνός που έβγαινε τις πρώτες μέρες. Τότε χαλούσαν τους αγωγούς και άφηναν το καμίνι δυο-τρεις μέρες να κρυώσει. Έτσι έσβηνε το καμίνι και άρχιζε το «ξιφόρ’σμα» (ξεφόρισμα) και η διαλογή των κάρβουνων με την πιρούνα. Τα έβαζαν μέσα σε τσουβάλια και από εκεί τα παραλάμβαναν οι «καρβ’νέμποροι». Όταν τελείωνε το «ξιφόρ’σμα» τα πρόσωπα και τα ρούχα όλων ήταν γεμάτα μουντζούρα, μόνο τα δόντια τους άσπριζαν. Για αρκετές μέρες μετά από τη μύτη και το λαιμό των καρβουνιάρηδων έβγαινε καρβουνόσκονη.
Μέχρι τη δεκαετία το ’70 την τέ¬χνη του καρβουνιάρη τη συνέχιζε στο χωριό ο Σάββας Παναγ. Σωτήρχος. Στις δεκαετίες του ’30 και ‘40 «καρβ’νέμποροι» του Παλαιοχωρίου που ναύλωναν «καΐκια» για Πειραιά ήταν ο Γιάννης Χάλακας (Γιαννάκ’ς) και ο Δημήτρης Παναγ. Χρυσάφης (Ξιμπαμπούλα). Μετά το θάνατό τους δεν ξέρουμε αν υπάρχουν άλλοι συνεχιστές του επαγγέλματος.

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
+6
 
Γρηγορης Κουτλης
Γρηγορης Κουτλης Πίκρες αναμνήσεις μου θύμησες φίλε Γιάννη. Τα φτωχικά καί δύσκολα παιδικά μας χρόνια μετά την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, τότε που πήγαιναν με το τεφτέρι στο μπακάλη γιά να ψωνίσουν και περίμεναν να κάνει μαξούλι γιά να δουλέψουν να ξεχρεώσουν και κάθε χρόνο φτού κι απ’ την αρχή.
Η μονοκαλλιέργεια της ελιάς στα χωριά μας ανάγκαζε παρά πολλούς συγχωριανούς μας ξενιτεύονται την περίοδο του καλοκαιριού στην Μακεδονία καί στο Άγιον Όρος γιά να βρούνε δουλειά. Επειδή δεν υπήρχαν όμως δουλειές έκαναν κομπανίες που αναλάμβαναν να εκχερσώσουν ρουμάνια με αντάλλαγμα τα κάρβουνα που θα έβγαζαν από την εργασία αυτή. Οι τιμές των κάρβουνων όμως ήταν εξευτελιστικές, πενταροδεκάρες η οκά αλλά προκειμένου να κάθονται στο χωριό πήγαιναν καί ότι έβγαζαν το μοίραζαν σε όλους εξ ίσου. Σε ένα τέτοιο ταξίδι το 1961 πέθανε ο πατέρας μου προκειμένου να μας εξασφαλίσει τα ελάχιστα προς ζείν, ας είναι αιώνια η μνήμη του.
Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου «Η ΜΕΛΙΝΤΑ» Φίλε Γρηγόρη μου είναι οικείες και οι πίκρες και οι θύμησες και ,ως μεγαλύτερος, είναι καρφωμένες στο μυαλό μου εντονότερα. Απλά αποφεύγω τα «δυσάρεστα», για να μη στενοχωρώ τους νεότερους. Οι δημοσιεύσεις στοχεύουν να τους μεταφέρω παλαιές εικόνες τωνδύσκολων εκείνων χρόνων, ώστε να έχουν τα συγκριτικά στοιχεία. Το σχόλιό σου κατατείνει προς αυτή την κατεύθυνση και σ’ ευχαριστώ. Βλέπω ότι έχεις καλή πένα και θα ήθελα να δημοσιεύεις τόσο εδώ, όσο και στο περιοδικό του Συλλόγου «ΤΑ ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ».

Καλοκαιρινή Παλιοχωριανή διατροφή, κατά της χοληστερίνης και πάσης άλλης ασθενείας!!!
Βάζουμε σε χοντρό αλάτι τις «παπαλίνες», κατά προτίμηση Καλλονής και τις αφήνουμε από 12-24 ώρες. Τις βγάζουμε, τις ξεφλουδίζουμε και τις τρώμε με ντοματοσαλάτα από «κρασούλες», και «τουρκέλια», μαϊντανό, ελιές και κρεμμύδι. Κύριο φαγητό κουκιά βραστά, ή «λουλ’δέλια» ή «παπ’τσέλια» και «πουρπέτις». Το λάδι Παλιοχωριανό αγουρέλαιο. Αν περισσέψουν σαρδέλες τις βάζουμε στο λάδι και διατηρούνται ζωντανές για τις επόμενες μέρες. Απαραίτητο συμπλήρωμα «λαδουκύρ..».

Συνοδεύονται «πάση θυσία» από ουζάκι Πλωμαρίου.

Για επιδόρπιο προτείνουμε φρέσκα «σ’κέλια, μικρούδια αλλά καματιρούδια», ή γλυκό «απ’δέλια» από Παλιοχωριανή συνταγή.

Και μη ξεχνάμε ότι όλα αυτά ευφραίνουν «νουν και καρδίαν» και «κοιλίαν», όταν απολαμβάνονται το ηλιοβασίλεμα με θέα «τ’ Γουτζίλ’ του μάρμαρου»!!!

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Με θέα «τ’ Γουτζίλ’ του μάρμαρου» τον απολαμβάνεις καλύτερα!

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

«Βαθαίνουν τώρα οι ψυχές
και τα όνειρα ψηλώνουν.
Είναι η ώρα μαγική,
της σελήνης είναι η ώρα.
Καράβια οι λέξεις γίνονται,
και λαχταρούν ταξίδια.
Όποιος κοιτά στον ουρανό
για αστέρια τις περνάει…..»
(Η ΛΕΣΒΟΣ ΜΑΣ)

Μη μου πείτε ότι δεν αναγνωρίζετε τα μέρη της πρώτη φωτογραφίας;

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".