ΠΑΛΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
Μέρος Γ΄- Τελευταίο
————————————
Την Κυριακή της Τυροφάγου και την Καθαρή Δευτέρα τα καρναβάλια και το «έρι-πάλε» βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Οι νέοι μεταμφιέζονταν σε γυναίκες, σε τσιγγάνες με κατακόκκινα μάγουλα και τα κορίτσια μεταμφιέζονταν σε άνδρες, γιατρούς, ναύτες, στρατιώτες κλπ. Έβαζαν όποια στολή είχαν διαθέσιμη. Πολλοί μουτζουρώνονταν, σαν αραπάδες και έβαζαν ένα «τσεμπέρι», για να μη γνωρίζονται. Τα ψιλικατζίδικα πωλούσαν «μουτσούνες», που της έβαζαν συνήθως τα μικρά παιδιά. Υπήρχαν παρέες που έκαναν και σατιρικές παραστάσεις, με τους ψαράδες της τράτας, το γαμπρό με τη νύφη, τη λεύτερη «γκαστρωμένη» με το μάμο, το γύφτο με την αρκούδα και γύριζαν στο χωριό με μουσική τραγουδώντας. Στις γειτονιές όπου περνούσαν, σατίριζαν επίκαιρες καταστάσεις και γεγονότα, τους «αρχόντους», απήγγειλαν αυτοσχέδια «αδιάντροπα» στιχάκια, που προκαλούσαν κοκκινίσματα και γέλια. Οι αποκριάτικες εκδηλώσεις, έδιναν ζωή στο χωριό και μεγάλη διασκέδαση στους πολλούς τότε κατοίκους.
Η σάτιρα αναφερόταν στην πολιτική κατάσταση της χώρας, στο κοινοτικό συμβούλιο, στην εκκλησιά, στα διάφορα τοπικά προβλήματα, στον τρόπο ζωής, στη τεμπελιά, στα προβλήματα της νεολαίας κλπ.
Μερικές χαρακτηριστικές σάτιρες χαράχτηκαν στην παράδοση του χωριού μας.

Σατιρίζοντας την τεχνητή γονιμοποίηση και τα παιδιά του σωλήνα:

Στείρις τσι στειρ’ τ’ Παλιχουριού πανιέτι παντριφκήτι,
τσι μι τ’ σουλήνα τα μουρά ούλ’ σας θα βουλιφκήτι.

Για τη δεντροφύτευση στον Άνεμο :

Βάλανι τσι στουν Άνιμου τώρα πια τσι διντρέλια,
να ’χουν χλουρασιά του καλουτσέρ’ ούλα τα γαδουρέλια.

Για τη σπατάλη της παραγωγής του λαδιού σε γλέντια:

Ραβδίζουμι, μαζώνουμι, αλέθουμι τσι πλιούμι,
μα σα θαν ερκ’ του καλουτσέρ, θ’ αρχίσουμι να πνούμι.

Για τον ωχαδερφισμό των Παλιοχωριανών και την κλίση τους στην ουζοποσία.

Ουλ’ οι Παλιουχουριανοί,
είνι μον’ για του ρακί.
Ττσ’ άμα πεις κανέ σουστό ,
θα σι βγάλουν παλαβό.

Για τους μπαταχτσήδες:

Παλιά φέσια μι τσ’νηγούν, τσ’ εν έχου να πληρώσου,
Τσι τα τσινούρια αφήνου τα, τσι τσείνα να παλιώσουν.

Για τους κερατάδες:

Πάψι κουμπάρι να γιλάς, γιακί έρχιτι μπόρα.
Αψήλουσαν τα τσέρατα, τσι θάβρουν πάνου σκ’ πόρτα.

Για τις χοντρές:

Έχεις δυο μάκια σαν ιλιές, δυο κώλοι σα βαρέλια.
Άμα γυρίσου τσι σι δω, ξηραίνουμι στα γέλια.

Για τους φορατζήδες:

Ένα βρατσί μας έμεινι, τσι ‘φτο ‘νι μπαλουμένου.
Πείτι πότι του θέλιτι, να το ‘χουμι χισμένου.

Για τις γεροντοκόρες:

Κρίμας τα τσαλιστέματα, κρίμας τα πάνι τσ’ έλα,
Πάνου στου ραφ’ στουλίσαμι, μια πλουμιστή πιατέλα.

Απ’ κι’ πιρηφάνεια τη πουλλή, αραχνιάσι του βρατσί σ’,
Κάτσι γριά απάντιξι, να κάνου γιο να παντριφκείς.

Για του τεμπέληδες:

Μη σφίτσισι μουρ’ καλπουριά, τσι κουρασκείς τσι κλάσεις,
γιακί απ’ τα αέρια θα ξιβρουμίσ’ ως τσ’ ράχις.

Την Καθαρή Δευτέρα οι Παλιοχωριανοί νήστευαν και κατανάλωναν σαρακοστιανά, χταπόδια, πεταλίδες, «αχ’νοί» από τη Μελίντα, καθώς και ταραμάδες, τουρσιά, ταχίνι, χαλβάδες κλπ. Οι λαγάνες ήταν άγνωστες και χαρταετοί δεν κυκλοφορούσαν στο εμπόριο. Τα παιδιά έκαναν με χαρτί καμιά «σαΐτα». Οι νοικοκυρές την Καθαρή Δευτέρα συνήθιζαν να κάνουν πρωί-πρωί γενική «πάστρα» στο σπίτι, για να είναι καθαρό, όπως και η ψυχή κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Όλα τα σκεύη πλένονταν με αλισίβα. Η καθαριότητα τέλειωνε το μεσημέρι, για να μπορέσουν οι γυναίκες να παρακολουθήσουν «τσ’ αρκούδις», που έδιναν την αποχαιρετιστήρια παράσταση.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Advertisements

ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΑΝΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
Μέρος Β΄
Στο Παλαιοχώρι η Τσικνοπέμπτη δεν ήταν κάποια ξεχωριστή μέρα. Τα τσικνίσματα δεν ήταν ιδιαίτερο έθιμο και οι Παλιοχωριανοί δεν έστηναν ψησταριές σε σπίτια ή καφενεία. Η εξήγηση είναι απλή. Αφού τα γλέντια άρχιζαν από το άνοιγμα του Τριωδίου και διαρκούσαν κάθε μέρα μέχρι την Καθαρή Δευτέρα, δεν υπήρχε λόγος μία από τις μέρες των τριών εβδομάδων και μάλιστα καθημερινή, να αποτελέσει κάτι το ξεχωριστό. Η μόνη ιδιαιτερότητα ήταν ότι την Τσικνοπέμπτη οι νοικοκυρές έφτιαχναν ρυζόγαλο για να υπάρχει το σχετικό κέρασμα στις «αρκούδις μι τσι κ’δούνις», που θα επισκέπτονταν τα σπίτια την Κυριακή της Αποκριάς. Η ιδιαιτερότητα ήταν ότι ενώ σε όλη την Ελλάδα την Κυριακή της Αποκριάς, την κρεατοφάγο, σταματά η κατανάλωση κρέατος και ακολουθεί η εβδομάδα της Τυροφάγου, που εθιμικά επιτρέπεται η κατανάλωση μόνο γαλακτοκομικών, στο Παλαιοχώρι γινόταν το αντίστροφο. Την Κυριακή της Αποκριάς έφτιαχναν ρυζόγαλο και την άλλη Κυριακή της Τυροφάγου έφτιαχναν γεμιστό αρνάκι ή κατσικάκι.
Το Ψυχοσάββατο (παραμονή της Κυριακής της Αποκριάς) οι γυναίκες έφτιαχναν κόλλυβα και τα πήγαιναν στην εκκλησία, για συγχώρεση των ψυχών των νεκρών, που τα ονόματά τους μνημόνευε ο ιερέας.
Την τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου οι νοικοκυρές πήγαιναν στους φούρνους το γιουβέτσι, που ήταν η αρνίσια ή κατσικίσια «κτάλα» (ωμοπλάτη), που σήκωναν την πέτσα και έβαζαν μέσα τη γέμιση από ρύζι και συκωτάκια και γαρνιρισμένη με πατάτες, βού¬τυρο, σάλτσα και μπαχαρικά.
Την Κυριακή της Τυροφάγου και την Καθαρή Δευτέρα τα καρναβάλια και το «έρι-πά¬λε» βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους.
Οι οικογένειες που είχαν πένθος δεν έφτιαχναν γιουβέτσι, ούτε συμμετείχαν στις αποκριάτικες εκδηλώσεις.
————————————
Περισσότερα Παλιοχωριανά αποκριάτικα δρώμενα τις επόμενες μέρες.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓ. ΧΡΥΣΑΦΗΣ
Φίλε Γιάννη, εσύ, μορφωμένος άνθρωπος, τι γνώμη έχεις για το όνομα του κράτους των Σκοπίων; Να λέγεται «Μακεδονία», οι κάτοικοι της «Μακεδόνες» και η γλώσσα τους «Μακεδονική»; Με ρώτησε ένας Παλιοχωριανός φίλος. Του εξήγησα ότι η Μακεδονία ήταν κράτος Ελληνικό, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη, η Θήβα κλπ, ότι όλα αυτά τα επί μέρους Ελληνικά κράτη υπήρχαν χιλιάδες χρόνια προ Χριστού, ότι οι κάτοικοι όλων μιλούσαν την Ελληνική γλώσσα και ότι, όπως μου έλεγε ένας Κινέζος καθηγητής Πανεπιστημίου όταν είχα επισκεφθεί το Πεκίνο, «όπου και να σκάψεις σ’ αυτά τα μέρη και βρεις μια πέτρα με γράμματα επάνω, αυτά είναι όμοια με αυτά που γράφετε σήμερα, πέντε, και βάλε, χιλιάδες χρόνια από τότε». Και πρόσθεσα ότι οι Σκοπιανοί είναι Σλάβοι που εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια 700 χρόνια μετά Χριστό.
Όσο για την απάντηση στην απορία του τον παρέπεμψα στο Ηρώο του χωριού μας, όπου αναφέρεται το όνομα Ιωάννης Χρυσάφης Π. μεταξύ των πεσόντων μεταξύ 1912-1922. Ο θείος μου αυτός στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την περίοδο του διχασμού, πέρασε στη Θεσσαλονίκη και υπηρέτησε στο στρατό της «Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης» υπό τον Ελ. Βενιζέλο. Πήρε μέρος στις μάχες, για εκδίωξη των Βουλγάρων από τη Μακεδονία, από την άνοιξη μέχρι και το καλοκαίρι του 1918. Στις 9 Ιουλίου 1918 έστειλε μια φωτογραφία που δημοσιεύω με την επιστολή στο πίσω μέρος της:
(Διατηρώ την ορθογραφία του, αλλά δεν έχω την ευχέρεια να γράψω σε πολυτονικό με περισπωμένες, δασείες κλπ, όπως είναι το κείμενο).

«Κύριον
Παναγιώτη Χρυσάφη
Χωρίον Παλαιοχώριον
Δήμος Πλωμαρίου
Εις Μυτηλήνην

Μακεδονία τη 9η Ιουλίου 1918
Εις Παλαιοχώριον
Σεβαστοί μου γονείς χαίρεται.
Σπεύδον ίνα μάθω περί της υγείας σας καθώς και εγώ καλώς υγιαίνω δόξα τω Υψίστω Θεώ. Λάβετε αυτήν την φωτογραφίαν μου μαζύ με τον φίλον μου Τσιμναδήν Θωμάν δια ενθύμησιν. Ασπασμούς εις τους γονείς μου, εις τους θείους μου, εις την Μανή μου, εις την Νονά μου, εις τα αδέλφια μου και εις όλαις ταις γειτόνισσαις. Ταύτην σας γράφω και σας στέλλω δια ενθύμησιν ο ποθητός υιός σας
Χρυσάφης Ιωάννης
Μόλις την λάβητε να μου απαντήσητε.»
Δεν γνωρίζω πότε έφθασε η φωτογραφία στον πάππο μου στο Παλαιοχώρι. Ο θείος μου δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση, ούτε πρόλαβε την ανακωχή που ζήτησαν οι ηττημένοι Βούλγαροι στις 13 Σεπτεμβρίου 1918. Σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 1918 πολεμώντας τους Βουλγάρους και αναπαύεται στα ιερά χώματα της Μακεδονίας, άγνωστο πού.
Τι να πω στο φίλο μου για τα όνομα του κράτους των Σκοπίων. Ναι; Θα τρίζουν τα κόκκαλα του θείου μου.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Παλιοχωριανά αποκριάτικα δρώμενα
Μέρος Α΄
Τα παλιά νοσταλγικά χρόνια, στη διάρκεια των τριών εβδομάδων της Αποκριάς, με το άνοιγμα του Τριωδίου, από την Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και την Καθαρά Δευτέρα, οι Παλιοχωριανοί γλεντούσαν σχεδόν κάθε βράδυ. Το έρι-πάλε αν δεν το έπαιζαν μουσικοί, το τραγουδούσαν με το στόμα. Πάντα υπήρχαν και μερικοί μασκαράδες, που τις δύο τελευταίες Κυριακές, της Αποκριάς και της Τυροφάγου, γίνονταν πάρα πολλοί. Τα πειράγματα ήταν καυστικά, ιδίως για τα αγόρια, που μεταμφιέζονταν σε τσιγγάνες με κατακόκκινα χείλη και μάγουλα. Οι μασκαράδες σατίριζαν, αθυρόστομα, συνήθως την τοπική και γενική επικαιρότητα με αυτοσχέδια στιχάκια. Ήταν μερικοί συγχωριανοί μας με μεγάλη φαντασία. Κορυφαίος όλως ήταν ο «μικρός το δέμας» Μανώλης Τυροπώλης, που οι συγχωριανοί μας τους άρεσε να τον πειράζουν, για να τον αναγκάσουν να τους ανταποδώσει τις πάντοτε καυστικές επινοήσεις του, που προξενούσαν θαυμασμό.
Έτσι την Κυριακή του Ασώτου δύο Παλιοχωριανοί μεταμφιεσμένοι σε άσωτες γυναίκες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους με «τσεμπέρια» μπήκαν στο καφενείο του Στράτου Παντελέλη, όπου ήταν ο Μανώλης. Πήγαν στο «τιζιάκ’» παρήγγειλαν δυο ούζα και άρχισαν να του κάνουν άσεμνα πειράγματα. Ο κυρ-Μανώλης παρατήρησε ότι ο ένας ήταν ψηλός και ο άλλος κοντός, σαν και του λόγου του και δεν άργησε να τους «καρφώσει» λέγοντάς τους:
«Βρε καλώς τα πουτανάκια, που μας ήρθαν κατά δω,
Το ‘να καν’ τηλιγραφόξ’λου, τ’ άλλου στου μπουκάλ’ φιλός».
Οι σάτιρες είχαν πάντοτε υπονοούμενα. Κάποιος με μια τρόμπα στους ώμους διαλαλούσε ότι πήγαινε να ραντίσει το «πράμα» (ελαιόκτημα) μιας χήρας, που ήταν ακαλλιέργητο και είχε πιάσει δάκο.
Περισσότερα Παλιοχωριανά αποκριάτικα δρώμενα τις επόμενες μέρες.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Όπως είχαμε προαναγγείλει, δημοσιεύουμε τους στίχους και τη μουσική του αποκριάτικου τραγουδιού.
Οι Παλιοχωριανοί δεν τραγουδούσαν μόνο, αλλά μεταμφιέζονταν,έκαναν «γιούνια» (αστεία καμώματα) και «τσάπια» (μορφασμούς) και σατίριζαν την επικαιρότητα.

ΕΡΙ-ΠΑΛΕ
Ήθελα να ’ρθω το βράδυ, έρι πάλε,
μ’ έπιασε ψιλή βροχή. (επανάληψη)
Το θεό παρακαλούσα, δυο μου μάτια,
για να σ’ έβρω μοναχή. (επανάληψη)

Ούτε μοναχή σε βρήκα, έρι πάλε,
ούτε με τη μάνα σου, (επανάληψη)
μόν’ σε βρήκα στο σεργιάνι, δυο μου μάτια,
με τη φιλενάδα σου. (επανάληψη)

Ας ερχόσουνα ρε ψεύτη, έρι πάλε,
κι ας γινόσουνα παπί. (επανάληψη)
Είχα ρούχα να σ’ αλλάξω, έρι πάλε,
στρώμα για να κοιμηθείς.
Και κορμάκι ν΄ αγκαλιάσεις,
ώσπου να το βαρεθείς. (επανάληψη)

Γυαλί βαστάς, γυαλίζεσαι,
όμορφα που στολίζεσαι.
Είσαι γυαλένιος μαστραπάς,
Κι όποιον να δεις τον αγαπάς.

Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα, έρι πάλε,
θα τα κάνω φορεσιά, (επανάληψη)
να τα βάλω να περάσω, έρι πάλε,
να σου κάψω την καρδιά. (επανάληψη)

Απ’ την Πλαγιά στον Τρύγονα,
αγάπησα μια Ρήγινα,
κι απ’ την Πλαγιά στο Παλιχώρ’,
αγάπησα μια Μαριγώ.

«Απ’ την Πλαγιά στου Τρύγονα αγάπησα μια Ρήγινα
τσι απ’ του Πλουμάρ’ στου Παλιχώρ παντρέψασιμι μι του ζόρ».

Όπου δεις δυο κυπαρίσσια, δυο μου μάτια,
και στη μέση δυο ελιές (επανάληψη)
εκεί μ’ έχουνε θαμμένο, έρι πάλε,
κι έλα, φως μου, να με κλαις. (επανάληψη)

Λιριά, λιριά, λιριώτισσα
κι απάνω μαχαλιώτισσα.
Λιριά, λιριά, λιριώνουμαι,
για σένα παλαβώνουμαι.

Ήθελα να ταξιδέψω, έρι πάλε,
στης Αττάλειας τα νερά (επανάληψη)
με Μελιντιανά καράβια, έρι πάλε,
να σε κλέψω μια βραδιά. (επανάληψη)

Γιαλό να πας, στεριά να ’ρθεις,
τα λόγια μου να θυμηθείς.

Άσπρο μου τριανταφυλλάκι, έρι πάλε,
ποιος σε φύτεψε στη γη (επανάληψη)
Κι έσκυψα να σε μυρίσω, έρι πάλε,
και μου πήρες τη ψυχή. (επανάληψη)

Λιριά – λιριά λιριώνουμαι
για σένα παλαβώνουμαι
Λιριά – λιριά λιριωτινή,
θα κλέψω Παλιοχωριανή.

Όταν κάνεις το σταυρό σου, έρι πάλε,
κι όταν πας να κοιμηθείς (επανάληψη)
βάλε με στο λογισμό σου, δύο μου μάτια,
στ’ όνειρό σου να με δεις. (επανάληψη)

Επίλογος:
Σε αγαπώ, σε αγαπώ
μα δε θα πέσω και υπό.

Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

https://www.youtube.com/watch?v=fbYmHA8SjmA

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου άνοιγε το Τριώδιο και άρχιζε στο Παλαιοχώρι η «ασυδοσία» του γλεντιού, της κατανάλωσης «ρακιού», του χορού, του τραγουδιού, των «ξεδιάντροπων» και του κεφιού, που θα κρατούσε μέχρι και το βράδυ της Καθαράς Δευτέρας. Οι άνδρες ντύνονταν με γυναικεία ρούχα και οι γυναίκες με ανδρικά. Πολλοί ντύνονταν με προβιές και «μπούρδις», καλύπτοντας τα πρόσωπά τους με «τσεμπέρια» και «μουτσούνις», ή τα μουτζούρωναν για να μην αναγνωρίζονται και κρεμούσαν στο λαιμό τους κουδούνια. Μεταμφιέζονταν δηλαδή σε «αρκούδις μι τσι κ’δούνις». Τα χρόνια του 1950 οι χωριανοί δεν κλείδωναν τις εξώπορτες των σπιτιών. Έτσι ήταν εύκολα προσβάσιμες στις «αρκούδις» για μια αιφνίδια επίσκεψη και το «ξάφνιασμα» των ενοίκων. Δεν θα ξεχάσω τη λιποθυμία της μητέρας μου, όταν η «καλαμπουρτζού» γειτόνισσά μας Ελένη Σάββα-Λούπου εισέβαλε απροειδοποίητα στο σπίτι μας ντυμένη «μπάρμπα Βασίλης» με το μπαστούνι και τη «ρεμπούπλικά» του και άρχισε να κάνει «μπουρτσέλις» και να χτυπάει «δήθεν» τα παιδιά με το μπαστούνι. Καλέσαμε σε βοήθεια το γιατρό τον «Αγιακατσ’κά» για να τη συνεφέρει. Οι «αρκούδις» γύριζαν στις γειτονιές και διασκέδαζαν τους χωριανούς με πειράγματα, σατιρίζοντας με στίχους επίκαιρες καταστάσεις ή πρόσωπα.
Τα βιολιά, τα σαντούρια και τα τρομπόνια από τις τρεις κομπανίες που είχε το χωριό έπαιρναν φωτιά σχεδόν κάθε μέρα. Νέοι, με συνοδεία ακορντεόν ξεροστάλιαζαν τις νύχτες κάτω από τα σπίτια των «αγαπημένων» κοριτσιών, τραγουδώντας και ελπίζοντας ότι θα τους ακούσουν αυτά και από τη «χαραμάδα» κάποιου παραθύρου θα τους ρίξουν κάποια φευγαλέα ματιά.
Μόνο ένα τραγούδι ακουγόταν όλη την περίοδο της Αποκριάς. Το «έρι-πάλε». Πρωτοακουγόταν το βράδυ της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου και τελείωνε το βράδυ της Καθαράς Δευτέρας. Αραιά και που συνεχίζει να ακούγεται και σήμερα. Είναι παραδοσιακό τραγούδι, οι στίχοι του είναι ερωτικοί και τραγουδιόταν με το στόμα. Αν κάποιος ήθελε να το τραγουδήσει έξω από την περίοδο της Αποκριάς τον θεωρούσαν «γραφικό».
Μελοποιημένο το «έρι-πάλε» χορεύεται «συρτός». Όλες οι κομπανίες του Παλαιοχωρίου και των γύρω χωριών ήξεραν και το «έπαιζαν». Έχει μελοποιηθεί από τον «Μποριανό» μουσικό και δάσκαλο σαντουριού Δημ. Κοφτερό και το τραγούδησε ο επίσης «Μποριανός» Κώστας Καλδέλης.
Τις επόμενες μέρες θα δημοσιεύσουμε τους στίχους του έρι-πάλε και τη μουσική του εκτέλεση, ώστε να το χορέψουμε οι Παλιοχωριανοί της διασποράς στα αποκριάτικα γλέντια μας.
Καλές απόκριες και του χρόνου με υγεία.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Η ιδιαίτερη γεωλογική δομή, η εντυπωσιακή γεωμορφολογία (απότομες και βραχώδεις ακτές, σπηλαιώδεις μορφές) και οι θερμές πηγές κάτω από το ξωκλήσι χρήζουν διατήρησ…
NEWS247.GR