Τ’ Αγιού Γιαννιού τ’ Λ’τρουπιού και ο Κλήδονας
Ανήμερα τ’ Αγιού Γιαννιού 24 Ιουνίου όλο το Παλαιοχώρι κατηφόριζε προς τη Μελίντα. Στο πέρασμα από τη βρύση στο «Αγιάσμα» οι περισσότεροι ζώνονταν με τις ανθισμένες βέργες λυγαριάς, για «σντιρουσύν’» (σιδερωσύνη), για να αποκτήσουν δηλαδή σιδερένια υγεία και για να γίνουν τα «κουπιλούδια» ευλύγιστα σαν τις βέργες της λυγαριάς. Μετά το τέλος της λειτουργίας στο ξωκλήσι της γέννησης του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ξεχύνονταν όλοι στην παραλία για το πρωινό καφεδάκι στα δύο καφενεδάκια της εποχής του 1950 της «Γληγουρίνας» και του «Ψαρού» και για το πρώτο τους θαλασσινό μπάνιο.
Αν δεν κατέβαιναν οι γονείς μας μαζί, γίνονταν ομηρικοί καυγάδες για να μας αφήσουν να πάμε στο πανηγύρι. Τελικά μας εμπιστεύονταν σε κάποιο μεγάλο άτομο συγγενή ή γείτονα ή φίλο, παράλληλα όμως με νουθεσίες και υπερτονισμό της κρατούσας τότε δοξασίας, ώστε να τρομοκρατηθούμε και να μη ξεθαρρεύουμε στο κολύμπι. Μικρά παιδιά είχαμε εμπεδώσει ότι «εκείνη τη μέρα δεν βράδιαζε αν δεν πνιγόταν άνθρωπος σε κάποιο μέρος της γης». Προσέχαμε, λοιπόν, για να μην είμαστε εμείς «αυτός» ο άνθρωπος. Ήταν σοφοί οι παλιοί. Δεν μας καταπίεζαν με το αυταρχικό «δεν θα πας», αλλά, με τον τρόπο τους, μας άφηναν το δικαίωμα της επιλογής και την ανάληψη της ευθύνης, υπερτονίζοντας τους κινδύνους και επαναλαμβάνοντας τις συμβουλές: «Χίλια να ξέρεις την άμμο να κρατάς» και «τη θάλασσα τη δοκιμάζουν προτού την πιούνε».
Τα «κουπιλούδια» και τα «κουπιλάρια» βραδιάζονταν κοντά στα πολλά πηγάδια της Μελίντας και κάλυπταν το στόμιο με μαντήλια και «τσεμπέρια» μπας και δουν στο βάθος στην ήρεμη επιφάνεια του νερού τη μορφή εκείνου ή εκείνης που θα παντρεύονταν. Και εμείς τα πονηρά «διαόλια» πετούσαμε μικρά πετραδάκια και επιμέναμε ότι με την ανατάραξη του νερού, είδαμε τη μορφή εκείνου ή εκείνης, που γνωρίζαμε από κουτσομπολιά ότι ήταν ερωτευμένοι ή ότι «τακιλκίζονταν» (πειράζονταν ερωτικά, φλέρταραν).
Την εποχή του 1950 η παραλία της Μελίντας δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα, νερό στα σπίτια και τηλέφωνα. Ήταν όμως η ωραιότερη και πιο γραφική παραλία του «κόσμου». Είχε και ψιλή άμμο και ψιλά «λιτρίδια». Δυστυχώς η αλόγιστη και ανέλεγκτη αμμοληψία από όποιον «γούσταρε» μέχρι το 1975, η οποία επιδεινώθηκε μετά τη διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου, την έκανε απλώς γραφική. Ολόκληρα οικοδομικά συγκροτήματα της περιοχής και του νησιού κτίστηκαν με τσιμεντόλιθους που έφτιαχνε συγχωριανός μας στη Μελίντα, κερδοσκοπώντας, χωρίς άδεια και χωρίς επέμβαση των τοπικών αρχόντων.
Πριν σουρουπώσει (βλέπεις τότε νύχτωνε νωρίς και δεν υπήρχαν η θερινή ώρα και το ηλεκτρικό ρεύμα) ανηφόριζαν όλοι στο χωριό για να ανοίξουν τον κλήδονα και να διασκεδάσουν στις μουσικές. Σήμερα τα γλέντια γίνονται στα τρία καφενεία της Μελίντας.
Το βράδυ μαζεύονταν, όπως και σήμερα, αγόρια και κορίτσια για να ανοίξουν τον Κλήδονα, όπου επιτρέπεται να ακουστεί ο,τιδήποτε όσο αισχρό και αν είναι, όπως τις απόκριες. Ο κλήδονας άνοιγε με τα χαρακτηριστικά δίστιχα, τα οποία είχαν σχεδόν πάντοτε περιεχόμενο περιπαικτικό, γαργαλιστικό, υποτιμητικό, βωμολοχικό, με σεξουαλικά υπονοούμενα και σπάνια επαινετικό:
Ανοίξιτι τουν Κλήδουνα στ’ αγιού-Γιαννιού τη χάρη τσι όποια είνι τυχιρή φέτους θα τουν επάρει.
Μια κοπέλα έβγαζε ένα αντικείμενο από το κανάτι και όποιας ή όποιου ήταν «θα τον έπαιρνε». Τώρα «ποιον θα έπαιρνε» κυρίως όταν το αντικείμενο ανήκε σε αγόρι, καταλαβαίνετε το δούλεμα που έπεφτε και πέφτει.
Παρόμοια του ανοίγματος ήταν και τα:
– Ανοίξιτι τουν Κλήδουνα να βγ’ η χαριτουμένη,
να βγ’ η γαλιά μ’ (ή βάλτε ό,τι θέλετε) η μαλλιαρή σα νύφη στουλισμένη.
– Ανοίξιτι τουν Κλήδουνα ξαπλώσιτι στα χράμια,
Τσ’ άμα δε μ’ δώστι απού φτό, να σας του φαν’ τα σκ’λάρια.
– Ανοίξιτι τουν κλήδουνα, να βγ΄’ η χαριτουμένους,
να βγει τσι ένας γ’δόχειρας, μες στα μαλλιά χουμένους.
Συνεχιζόταν η απαγγελία, κυρίως από αθυρόστομους, κάποιου δίστιχου, έπιαναν ένα αντικείμενο από το κανάτι, γινόταν ο χαμός από τα πειράγματα σ’ αυτόν που ανήκε και η «σεμνή» τελετή έπαιρνε τέλος όταν τέλειωναν όλα τα μικροαντικείμενα.
Το 1963 δεν είχε κλείσει το Γυμνάσιο στις 24 Ιουνίου (τα σχολεία τότε έκλειναν στις 30 Ιουνίου) και κάναμε στον Ταρσανά τον κλήδονα. Δεν θα ξεχάσω τη σατανική σύμπτωση. Μεταξύ μας ήταν ένα «κουπιλούδ’» που είχε τρίχες παντού και την εποχή εκείνη δεν ήταν διαδεδομένα τα αποτριχωτικά μέσα. Το παρατσούκλι της ήταν «μαλλιαρουτσιδουνέλ’». Η γριά Καλλιόπη όπου μέναμε λέει το δίστιχο:
«Μουρή αρκούδα μαλλιαρή μι τα στραβά πουδάρια,
κι θελ’ς τσι μπαίνεις στου χουρό μαζί μι τα παλ’κάρια».
Το αντικείμενο που βγήκε ανήκε, δυστυχώς, «στου μαλλιαρουτσιδουνέλ’». Όλο το αμίλητο νερό δεν στάθηκε ικανό να μας συνεφέρει από τη ντροπή που νοιώσαμε.
Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά παραδοσιακά σκωπτικά δίστιχα, που ορισμένα περιέχονται και στο βιβλίο του Γιάννη Μαυραγάνη και στη συλλογή της κ. Μυρσίνης Βουνάτσου, σε γνήσια Παλιοχωριανή διάλεκτο:
– Ένα καράβι έρχιτι μι κόκκινου πανάκι,
από μακριά γνουρίζισι , πως είσι πουτανάκι.
– Ένα καράβι έρχιτι τσι καβουρμάς μυρίζει,
το ’να του μάκ’ σ’ είνι στραβό τσι τ’ άλλου καγιαρίζει.
– Όμορφή είσι μάτια μου σαν του παπά του ράσου
κι’ όταν σι δω απού κουντά, κουντεύω να ξιράσου.
– Σα φουρτουνιάσ’ η θάλασσα τσι βγούνι τα χταπόδια
τότις θα παντριφκείς τσι συ, μι τα στραβά τα πόδια.
– Έχεις δυο μάκια σαν αυγά δυο κώλοι σα βαρέλια,
άμα γυρίσου τσι σι δω, ξηραίνουμι στα γέλια.
– Όμορφα πού ’ν ι την αυγή σαν κάνουμι πιχνίδια
ιγώ να σ’πιάνου του μηρί; σ’, τσι συ να μ’ ξεις τ’ απίδια; μ’.
– Καρσί μ’ ήρτις τσι έκατσις τσ’ άνοιξεις τα πουδάρια σ’,
τσι φάνηκαν τα χ’λέλια σου, μαζί μι τα μυστάτσια σ’.
– Να μην πολυπινεύισι, τσι ξέρου τη γινιά σου,
πόσις χιλιάδις κόνιδις έχ’ η βρακουθηλιά σου.
– Η χήρα θέλει πάπλωμα τσ’ η παντριμένη στρώμα,
τσ’ η λεύτερ’ θέλ’ κατάχαμα, γιακ’ ε κι χουρεί του στρώμα.

– Ανέβα πάνου στου βουνό τσι μά’ξι τσιραμδέλια,
τσι τρίψι την κασίδα σου, να πέσουν τα ψειρ’έλια.

Άντε και μερικά επαινετικά:
– Άγγιλους είσι μάτια μου τσ’ αγγιλικά βαδίζεις
σα θέλεις παίρνεις τις ψυχές σα θέλεις τις χαρίζεις.
– Μιλαχρινό τσι νόστιμου μαύρη μου σουκουλάτα
ισύ ‘σι ήλιους τ’ ουρανού τσ’ οι άλλις είνι τ’ άστρα.
– Έχεις μαλλιά μιτάξινα στις πλάτις σου ριγμένα
τσι τα χτινίζουν άγγιλοι μι διαμαντένια χτένια.
– Τα μάκια σ’ είν’ του γλυκό τα φρύδια σ’ κουταλάκια
τσι τ’ άλλα τα υπόλοιπα δίσκους μι πουτηράκια
Γιάννης Χρυσάφης

Το ξωκλήσι έτοιμο για το πανηγύρι

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Advertisements

Τι να κάνουμε το «Αγ’στρου Μπουγιάγ’στρου» στο YOUTUPE έγινε «Άγιου Μπογιάστρου»! Άμα δεν είσαι Παλιοχωριανός συμβαίνουν αυτά.

Οι φωτιές παραμονή του Αη-Γιάννη του Ηλιοτροπιού
Όπως είναι γνωστό στις 21-22 Ιουνίου έχουμε την είσοδο του ήλιου στον αστερισμό του Καρκίνου, τη θερινή τροπή του, το θερινό ηλιοστάσιο ή ηλιοτρόπιο. Έχουμε τη μεγαλύτερη μέρα και τη μικρότερη νύχτα.
Σε δυο μέρες στις 24 Ιουνίου γιορτάζεται η γέννηση του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έχει ονομαστεί Λιοτροπιός λόγω του ηλιοτροπίου, Ριζικάρης αφού η παράδοση λέει ότι φέρνει τύχη και γι’ αυτό έπρεπε από την παραμονή οι κάτοικοι του χωριού να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές τους, Ριγανάς επειδή την ημέρα αυτή έβγαιναν και μάζευαν ρίγανη, η οποία έπρεπε να συλλεχθεί πρωί πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου, αφού πίστευαν, ότι έτσι είχε μαγική δύναμη, Λαμπαδάρης και Φανιστής λόγω του εθίμου της φωτιάς, Κληδονάρης λόγω του κλήδονα.
Στο Παλαιοχώρι η γιορτή ήταν η μεγαλύτερη του καλοκαιριού επειδή ήταν στην αρχή του και συνδυαζόταν με τα μυστηριακά έθιμα της φωτιάς, του κλήδονα, του πεπρωμένου, αλλά και με το γεγονός ότι υπήρχε στη Μελίντα το ξωκλήσι στη μνήμη του Αγίου, που σηματοδοτούσε και την έναρξη του κολυμπιού. Επίσης η Μελίντα διέθετε πλήθος από λυγαριές και πηγάδια, που εξυπηρετούσαν τους μύθους, τα έθιμα και τις λαϊκές παραδόσεις.
Την παραμονή στο χωριό γίνονταν διάφορες εκδηλώσεις, που αποτελούσαν παγανιστικά και λατρευτικά κατάλοιπα της αρχαιότητας.
Οι νοικοκυρές έβγαζαν στα μπαλκόνια και στα παράθυρα τα μάλλινα ρούχα, τα «χράμια» τα χαλιά, τις γούνες κ.λπ. για να αεριστούν και να μην «τα κατουρήσει» ο Λ’τροπιός, δηλαδή ο σκώρος. Όταν τελείωνε ο αερισμός τα έβαζαν στα σεντούκια μαζί με λεβάντα, ναφθαλίνη, ή καμφορά.
Το βράδυ στις 23 Ιουνίου άναβαν στις αλάνες και τα τρίστρατα φωτιές, ό-που έκαιγαν και τα Πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Το έθιμο αυτό και εκείνο του κλήδονα διατηρούνται μέχρι σήμερα, αν και σε μικρό βαθμό. Τις φωτιές αυτές τις πηδούσαν τρεις φορές σταυρωτά κρατώντας μια πέτρα στο κεφάλι και έλεγαν ανεξήγητα παγανιστικά λόγια όπως:
«Αγ’στρου μπουγιαγ’στρου, του γρουν’μας είνι ατάγ’στου», «Άλισου μάλισου πέτρα του κεφάλι σου, σίδιρου τ’ αυτί σου», «Άλισου μάλισου πέτρα του κεφάλι σου, σίδιρου η μέση σου μη σπάσει η κεφάλα σου». Όπως πηδούσαν σταυρωτά δεν έλειπαν οι συγκρούσεις και τα μικροκαψίματα.
Άλλα έθιμα της παραμονής ήταν αυτά που σχετίζονταν με το πεπρωμένο των νέων και τους οιωνούς που εξέπεμπαν. Έτσι οι λεύτερες και οι λεύτεροι τη νύχτα έβαζαν στα μπαλκόνια, να τα δουν τα άστρα, φύλλα συκιάς που τα ονομάτιζαν με το όνομα του «κουπιλαριού» ή του «κουπιλ’διού» που είχαν στο νου τους. Αν δεν μαραινόταν το πρωί το φύλλο που ονομάτισαν, αυτόν ή αυτή θα έπαιρναν σύζυγο. Αν μαραινόταν δεν θα τον ή την έπαιρναν. Επίσης έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους κουκιά «ξεματισμένα και αξεμάτιστα» και το πρωί έπιαναν ένα «κουτουρού». Αν ήταν «ξεματισμένο» θα τους λάχαινε πλούσιος ή πλούσια σύζυγος, αν ήταν «αξεμάτιστο» θα τους λάχαινε φτωχός ή φτωχιά σύζυγος. Ακόμα οι κοπέλες έψηναν αλμυρές πίττες στα κάρβουνα της φωτιάς που είχαν ανάψει στα τρίστρατα και τις έτρωγαν πριν κοιμηθούν, ώστε να διψάσουν. Όποιον έβλεπαν στον ύπνο τους να τους δίνει νερό αυτόν θα παντρεύονταν.
Σήμερα βέβαια δεν έχουν επικρατήσει αυτά τα έθιμα και προλήψεις, παρά μόνο σαν μια ευχάριστη ανάμνηση των ηλικιωμένων.
Το πιο αναλλοίωτο έθιμο, όπως και εκείνο της φωτιάς, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, είναι ο Κλήδονας. Το βράδυ της παραμονής οι κοπέλες, μετά τις φωτιές, γεμίζουν ένα αδιαφανές, συνήθως πήλινο, κανάτι, ή βάζο ή «κουμλέλ’» με αμίλητο νερό και όποιος θέλει, ρίχνει μέσα ένα προσωπικό του μικροαντικείμενο, όπως δαχτυλίδι, τσιμπιδάκι, σημειωμένο κέρμα, ένα κουμπί, σκουλαρίκι κλπ. Σκεπάζουν το κανάτι μ’ ένα άσπρο ή κόκκινο πανί και το «ξαστρίζουν», το αφήνουν δηλαδή όλη τη νύχτα στην «αστρατσιά» να το δουν τα άστρα.
Σε αυριανή δημοσίευση θα αναφερθούμε στον κλήδονα και το πανηγύρι «τ’ Λ’τρουπιού».
Για την προέλευση των εθίμων και των όσων ακούγονται στις φωτιές, για την ετυμολογία της λέξης «κλήδονας» και για περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στο διαδίκτυο πολλές σελίδες, στις οποίες μπορεί να εντρυφήσει κανείς. Εμείς προτείνουμε τη ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ της συγχωριανής μας κ. Μυρσίνης Βουνάτσου και το βιβλίο «ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ» του αείμνηστου συγχωριανού μας Γιάννη Μαυραγάνη.
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".

Συνεχίζω να είμαι περίλυπος! Ο Εγκέλαδος δεν σεβάστηκε ούτε την πολιτιστική μας κληρονομιά (καμινάδα), αλλά ούτε και τη φυσική μας κληρονομιά. Εκατομμύρια χρόνια στέκονταν αγέρωχα «τ’ Σπανάκ’ τα Μάρμαρα», δίδυμοι ακοίμητοι φρουροί πριν την είσοδο στο Παλαιοχώρι. Το ένα δεν άντεξε και λύγισε από τη μανία του Εγκέλαδου. Όρθωσε το ανάστημά του μπροστά στο θηρίο και προστάτευσε το χωριό. Εμείς οφείλουμε να το θυμόμαστε όπως ήταν και να μας προκαλεί λύπη όπως είναι τώρα!
Γιάννης Δημ. Χρυσάφης

Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Φωτογραφία του χρήστη Σύλλογος Παλαιοχωριτών Λέσβου "Η ΜΕΛΙΝΤΑ".
Προώθηση δημοσίευσης
Προσέλκυσε 37 άτομα

Το έθιμο τηρήθηκε και χθες! «Εθιμοφύλακες» απ’ ό,τι βλέπω η ανιψιά μου η Δήμητρα και η παρέα της. Γεια σας Δήμητρα με την εικονολήπτρια! Αυστηρός παρατηρητής η αδελφή μου, όπως και τα προηγούμενα χρόνια. Η φωτιά στο τρίστρατο της «μέσα βρύσης» έγινε θεσμός. Και του χρόνου!

Προώθηση δημοσίευσης
Προσέλκυσε 92 άτομα
Σχόλια